Τρίτη, 14 Δεκεμβρίου 2010

ΑΠΟΡΗΣΑ ΤΙ ΕΚΑΝΑ


Του ραδιοφώνου τα πλήκτρα
πάτησα και απόψε
θέλω να μείνω με την πίκρα
πάλι θλιμμένος παραπονεμένος

Αφού εκείνη μου κρατά
θε μου τόσο γινάτι
το δάχτυλο μου κύλισε
και έπιασε τον Δάντη

Να τραγουδά για να παλτό
παλιό ξεθωριασμένο
που τ' αγαπάει σαν θεό
μ' άρωμα ποτισμένο

Απόρησα τι έκανα
να με μισήσει τόσο
κι έτρεξα να' βρω το παλτό
πλάι του να ξαπλώσω

Του χάιδευα όλα τα κουμπιά
και κύλισα στη τσέπη
ήταν γλυκιά η μυρωδιά
που λέω να θα έρθει

Ένα μαντίλι έπιασα
κόκκινο με μια καρδιά
το πρόσωπο μου σκέπασα
αχ με πόνο και χαρά

Τα δακρυά μου τρέχανε
με καίγανε στα μάτια
και του σιγοψιθύριζα
είν' η ψυχή μου άδεια

Με σκούπιζε με ζέσταινε
όπως το άγγιγμα της
και πόθος με συνέπαιρνε
πως βρίσκομαι κοντά της

Σαν ήρθε το ξημέρωμα
με με βρήκε αγκαλιά
να χαίδεύω το παλτό
και τα χλωμά κουμπιά

Έγειρα να' βρω το μαντίλι
μ' αυτό είχε ξεβάψει
κι η καρδιά είχ' ανατείλει
εκείνη για να ψάξει

Το ραδιόφωνο έπαιζε
κάτι πολύ πιο παλιό
που' λεγε για τον έρωτα
αχ τον βασανιστικό

Δεν είχα το κουράγιο πια
και άλλο να λυπηθώ
κι έγραψα πάνω στα κουμπιά
πως ακόμα σ' αγαπώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου